Τις επιπτώσεις της κρίσης στην αγορά κατοικίας μετρά έρευνα της Alpha Bank  στην οποία επισημαίνεται ότι δεν μπορεί η φορολογία να χρησιμοποιείται ως μέσο αναδιανομής εισοδήματος.

Η μελέτη κωδικοποιεί τις εξελίξεις της τελευταίας 3ετίας στα παρακάτω:

    Οι επενδύσεις σε κατοικίες από €26,1 δισ. που ήταν το 2007 μειώθηκαν στα €6,14 δισ. το 2012 και αναμένεται να μειωθούν περαιτέρω στα €5 δισ. το 2013.
    Η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία στον κλάδο των κατασκευών μειώθηκε κατά 74,2% το 2012 έναντι του 2006 και κατά 60,5% έναντι του 2000. Το 2012 διαμορφώθηκε στα 3,62 δισ. ευρώ (1,9% του ΑΕΠ) από 16,3 δισ. ευρώ (7,8% του ΑΕΠ) το 2006.
    Ο αριθμός των νέων κατοικιών που προσφέρονται στην αγορά από τις κατασκευαστικές εταιρείες ήταν μόλις 18.571 το 2012, έναντι 29.964 το 2011, 52.325 το 2010 και 103.865 το 2007.
    Τα συμβόλαια αγοραπωλησίας ακινήτων μειώθηκαν κατά 48% σε αριθμό και κατά 45,5% σε αξία το 2012 έναντι πτώσης 34,1% και 43% αντίστοιχα το 2011.
    Από το 2005 καταγράφεται πτώση των συναλλαγών σε ακίνητα της τάξης του 83,3%.

Και επισημαίνει «μετά από πρωτοφανή πτώση την περίοδο 2008-2012, η δραστηριότητα στην αγορά ακινήτων σήμερα έχει καθηλωθεί σε υπέρμετρα χαμηλά επίπεδα και συνεχίζει να μειώνεται, συμπαρασύροντας πολλούς σημαντικούς κλάδους της οικονομίας.

Επίσης, παρά τη σημαντική πτώση των τιμών των ακινήτων, ο αριθμός των συμβολαίων συναλλαγών επί ακινήτων το 2012 μειώθηκε κατά 83,3% σε σχέση με το 2005 ενώ η αναζωπύρωση της αγοράς ακινήτων εμποδίζεται από το κομφούζιο που επικρατεί στη φορολογία της ακίνητης περιουσίας, με τα διάφορα νέα φορολογικά μέτρα να αποφασίζονται χωρίς εξασφάλιση της δυνατότητας επιβολής τους και χωρίς να εξετάζεται η σχέση τους με προϋπάρχοντα μέτρα που ήδη επιβαρύνουν τα ακίνητα για τον ίδιο σκοπό οδηγώντας έτσι σε υπερ-φορολόγηση, ιδιαίτερα των συνεπών φορολογουμένων.

Η αποτελεσματική φορολόγηση της πραγματικής αξίας και της υπεραξίας των ακινήτων είναι δίκαιη και αναγκαία στο βαθμό που αυτή η αξία οφείλεται σε υποδομές και υπηρεσίες που παρέχονται από το κράτος.

Ωστόσο, όταν η φορολογική επιβάρυνση των ακινήτων διογκώνεται ανεξέλεγκτα σε μη βιώσιμα επίπεδα, όπως συμβαίνει το 2013, η κατοχή ακινήτων γίνεται πλέον ζημιογόνα για τους ιδιοκτήτες τους και μάλιστα χωρίς να υπάρχει αγορά για τη ρευστοποίηση ενός μέρους αυτών των ακινήτων.
Χωρίς δε την αναζωπύρωση των συναλλαγών στην αγορά ακινήτων, η αποτελεσματική εφαρμογή της όποιας φορολογίας επί των ακινήτων, και ακόμη και αυτής της ίδιας της φορολογίας εισοδήματος, δεν είναι εφικτή.

Ο σχεδιαζόμενος Ενιαίος Φόρος Ακίνητης Περιουσίας δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως μέσον αναδιανομής εισοδήματος αλλά ως ανταποδοτικός φόρος επί συγκεκριμένου ακινήτου.
Η ενδεδειγμένη φορολόγηση των ακινήτων με βάση την διεθνή εμπειρία είναι ένας φόρος όπως ο φόρος που επιβάλλεται μέσω της ΔΕΗ (ΕΕΤΗΔΕ), με τον φορολογικό συντελεστή για την πλειονότητα των ακινήτων να διαμορφώνεται σε 0,5% περίπου (από 0,3%-0,4% του ΕΕΤΗΔΕ), έτσι ώστε να είναι δυνατόν να δοθούν φορολογικές ελαφρύνσεις για μικρά ακίνητα σε περιοχές με χαμηλή αντικειμενική αξία, και το Δημόσιο να είναι σε θέση να εισπράττει περί τα €3,0 δισ. τον χρόνο από τη φορολογία των ακινήτων.

Φορολογικοί συντελεστές επί της ακίνητης περιουσίας (αντί επί κάθε ακινήτου χωριστά) που ανέρχονται σε 1%-2% είναι αναποτελεσματικοί, ανεπιθύμητοι και εν πολλοίς, ανέφικτοι. Είναι δε καταστροφικοί όχι μόνον για την αγορά ακινήτων αλλά και για την οικονομία ως σύνολο».
πηγή ered.gr