Σε μια πραγματική γιορτή για την Αθήνα, την ελληνική πόλη και την πιο χαρακτηριστική αρχιτεκτονική της έκφραση εξελίχθηκαν τα εγκαίνια της μεγάλης, πυκνής, χορταστικής και πολύπλευρης καλλιτεχνικά έκθεσης για την πολυκατοικία το απόγευμα της Τετάρτης στο ισόγειο της Ελληναμερικανικής Ενωσης. Μεγάλη προσέλευση κόσμου παρά τον ιδιαίτερα άστατο και βροχερό καιρό της ημέρας, ενδεικτική του συναισθηματικού εκτοπίσματος που διαθέτει (και φαίνεται ότι διευρύνει χρόνο με τον χρόνο) ο κατεξοχήν ελληνικός αρχιτεκτονικός τύπος, αν κρίνουμε και από την παρουσία πολλών νέων ανθρώπων την πρώτη ημέρα λειτουργίας της έκθεσης που επιμελήθηκαν ο δημοσιογράφος της «Κ» και συγγραφέας Νίκος Βατόπουλος και η ιστορικός τέχνης Ιρις Κρητικού. Ζωγραφική, γλυπτική, εγκαταστάσεις, βίντεο και φωτογραφία συνδιαλέγονται με τεκμήρια, μακέτες, αναμνηστικές σημειώσεις και άλλο αρχειακό υλικό, ώστε να αρθρώσουν από κοινού ένα σύνθετο αφήγημα για την εμπειρία της κατοίκησης.

Παρακολουθώντας την αδιάκοπη ροή ανθρώπων που πηγαινοέρχονταν από τον έναν εκθεσιακό χώρο στον άλλο («Κέννεντι» και «Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας») και κυρίως την έξαψη στα πρόσωπά τους, συνειδητοποιούσες αμέσως πόσο δρόμο έχουμε διανύσει ως κοινωνία από την εποχή που η πολυκατοικία ήταν συνώνυμη με την καταστροφή της προπολεμικής (και εξιδανικευμένης) ελληνικής πόλης, τη δαιμονοποιημένη αντιπαροχή και την αστική ασχήμια. Η τολμηρή και εξαιρετικά αποτελεσματική (εκ του αποτελέσματος) ιδέα της διαρκούς διασταύρωσης και συνύπαρξης εικαστικών έργων και φωτογραφίας τροφοδότησε περαιτέρω τα συγκοινωνούντα δοχεία της συναισθηματικής ταύτισης με την πολυκατοικία, που φαίνεται ότι πλέον τέμνει οριζόντια τις περισσότερες γενιές της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Το εύρημα ενός διαρκούς «διαλόγου» ανάμεσα σε ζωγράφους (Γιώργος Ρόρρης, Ηώ Αγγελή, Ράνια Ράγκου, Τάσος Μαντζαβίνος, Μηνάς Καμπιτάκης κ.ά.) και σε φωτογράφους (Γιώργης Γερόλυμπος, Ενρι Τσανάι, Κλεοπάτρα Χαρίτου, Ενη Κούκουλα κ.ά.), σε καταξιωμένους δημιουργούς και σε απλούς φλανέρ της πόλης που ωστόσο διαθέτουν βλέμμα και φωτογραφικό ταλέντο, ανάμεσα σε ζώντες και μη (Γιώργος Ζογγολόπουλος, Αλέκος Φασιανός κ.ά.), σε επιφανείς και σε ανερχόμενους, πολλαπλασίασε το ωστικό κύμα ενός προνομιακού θέματος που συγκινεί και ενώνει.

Η ελληνική πολυκατοικία ως συνεκτική δύναμη-1
Το χαρούμενο πρόσωπο της ελληνικής πολυκατοικίας μέσα από τη ζωγραφική ματιά του Βασίλη Καρακατσάνη.

Ζωγραφική, γλυπτική, εγκαταστάσεις, βίντεο και φωτογραφία στην υπηρεσία ενός σύνθετου αφηγήματος που συγκινεί και ενώνει.

Επίσης, το «παρών» δίνουν με έργα τους δρώντες αρχιτέκτονες αλλά και σημαντικές φιγούρες της αρχιτεκτονικής σκέψης (Δημήτρης Φιλιππίδης, Κώστας Τσιαμπάος, Λουκάς Μπαρτατίλας κ.ά.), όπως και οι δύο από τους τρεις ομιλητές από το παράλληλο πρόγραμμα εκδηλώσεων που θα ξεδιπλωθεί μέχρι το τέλος της έκθεσης την τελευταία ημέρα του Ιανουαρίου, άλλη μία ένδειξη της πολυπρισματικής προσέγγισης που επέλεξαν οι επιμελητές: Ανδρέας Γιακουμακάτος (η ομιλία του είναι προγραμματισμένη για τις 8.12), Στάθης Καλύβας (19.12). Το πρόγραμμα των ομιλιών συμπληρώνουν η σκηνοθέτις Μαρία Ηλιού (11.01.2023) και η ανοιχτή συζήτηση στρογγυλής τράπεζας στις 26 Ιανουαρίου. Εχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με μια καθόλου ακαδημαϊκή έκθεση, που σε καμία περίπτωση δεν απευθύνεται μονοδιάστατα στην αρχιτεκτονική κοινότητα, αλλά προσδοκά να κινητοποιήσει ένα πολύ ευρύτερο ακροατήριο με βάση το κοινό βίωμα. Η αρχιτεκτονική της έκθεσης ακολουθεί λιγότερο ή περισσότερο αναγνωρίσιμες διαδρομές: στην αίθουσα «Γκίκα», για παράδειγμα, η νυχτερινή όψη του Γιώργου Ρόρρη, στο βάθος του χώρου, είναι η κατάληξη μιας καλλιτεχνικής «χορογραφίας» που κλιμακώνεται με άλλες, ατμοσφαιρικά συγγενείς, νυχτερινές όψεις. Στην αίθουσα «Κέννεντι» μια πολύ χαρακτηριστική, επιβλητική ποιητική του γιαπιού, που φέρει την υπογραφή του Γιάννη Μπεκιάρη, συνομιλεί με έργο του Αλέκου Φασιανού και μια σειρά από μεσοπολεμικές πολυκατοικίες.

Τα εγκαίνια της έκθεσης της Ελληνοαμερικανικής Ενωσης, που πραγματοποιείται με την υποστήριξη του συλλόγου των Αθηναίων, τίμησαν με την παρουσία τους ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Κωστής Χατζηδάκης και ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Δημήτρης Καιρίδης. Στους δύο μήνες που θα διαρκέσει η έκθεση, εκτός από τις ομιλίες στις οποίες αναφερθήκαμε ήδη, προγραμματίζονται τόσο ξεναγήσεις όσο και εκπαιδευτικά προγράμματα που φιλοδοξούν να ενισχύσουν τον δημόσιο διάλογο γύρω από ένα αμφιλεγόμενο, ακόμη και σήμερα, φαινόμενο της ελληνικής αστικής εμπειρίας κινητοποιώντας ταυτόχρονα «μια βεντάλια βλεμμάτων από την αρχιτεκτονική, τις κοινωνικές επιστήμες, τις τέχνες και τα προσωπικά βιώματα όλων», όπως σημειώνει ο Νίκος Βατόπουλος.

ΑΠΟΨΕΙΣ

Νεοελληνικό παλίμψηστο

Του Στάθη Ν. Καλύβα

Η ιστορία της πολυκατοικίας και η διαχρονική εξέλιξη των αντιλήψεων γι’ αυτήν συνιστούν ένα πολυδιάστατο πεδίο όπου διαμορφώνονται, εγγράφονται και αναθεωρούνται κρίσιμες όψεις της ιστορικής και κοινωνιολογικής μας αυτογνωσίας. Η σχηματική περιγραφή που ακολουθεί καταγράφει τη βασική δυναμική της, έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι.

1927-1940: Η πολυκατοικία γεννιέται μαζί με τα νέα αστικά στρώματα του Μεσοπολέμου. Η αρχική της εξάπλωση εκφράζει μια έντονη επιθυμία ισότιμης συμμετοχής στις πιο σύγχρονες τάσεις της εποχής, είτε αυτή αφορά αισθητικές αναζητήσεις αιχμής (Μοντέρνο κίνημα) είτε καινοτόμες τεχνικές προκλήσεις (οπλισμένο σκυρόδεμα).

1940-1950: Η οικοδομική δραστηριότητα σταματά εξαιτίας του πολέμου και της Κατοχής. Οπως προκύπτει από τις σχετικές μαρτυρίες, από τις αστικές πολυκατοικίες των Εξαρχείων, της Κυψέλης και των Πατησίων προέρχεται ένα σημαντικό ποσοστό των χιλιάδων ομήρων που συλλαμβάνει το ΚΚΕ τον Δεκέμβριο του 1944. Η επικράτησή του θα σήμαινε εκτός των άλλων και το τέλος της πολυκατοικίας με τη μορφή που ξέρουμε σήμερα.

1950-1975: Η πολυκατοικία γίνεται ο βασικός μοχλός της μεταπολεμικής μεταμόρφωσης της ελληνικής κοινωνίας από αγροτική σε αστική. Η εφεύρεση της αντιπαροχής επιτρέπει την ανάπτυξη ενός λαϊκού καπιταλισμού, την επιτυχή πραγματοποίηση μιας τεράστιας εσωτερικής μετακίνησης ανθρώπων. Η πολυκατοικία εξελίσσεται σε εργαλείο κοινωνικής κινητικότητας, σε μήτρα μέσα από την οποία ξεπηδά η νέα ελληνική κοινωνία.

1975-2010: Η σταδιακή υποχώρηση του οικοδομικού πυρετού της προηγούμενης περιόδου συνοδεύεται τόσο από την εξάπλωση της πολυκατοικίας στα προάστια με μια νέα μεσοαστική τυπολογία, όσο και από την ολοκληρωτική της απαξίωση με την κυριαρχία μιας ιδεολογίας που ταυτίζει την αγροτική «παράδοση» με μια γνήσια λαϊκότητα και το «μπετόν» με την παθολογία της ζωής στη μεγαλούπολη. Η πολυκατοικία νοηματοδοτείται ως το απόλυτο κακό.

2010- : Η οικονομική κρίση οδηγεί στην ολοκληρωτική κατάρρευση της οικοδομικής δραστηριότητας, στη διάβρωση του κοινού βίου της πολυκατοικίας και στην πλήρη απαξίωση του αστικού αποθέματος της Αθήνας. Ομως η κρίση θα αποτελέσει την αφορμή για μια ριζική αναθεώρηση των αντιλήψεων για την πολυκατοικία προς μια θετική κατεύθυνση. Μπορούμε να εκμεταλλευθούμε τον αναδυόμενο αυτό αξιακό αναπροσδιορισμό για να ξανασκεφτούμε το μέλλον της ελληνικής πόλης;

Αρχιτεκτονική των «εμποροσπιτάδων»

Του Ανδρέα Γιακουμακατου*

Η «οριζόντια ιδιοκτησία» είναι δημιούργημα της δεύτερης κυβέρνησης Βενιζέλου στα τέλη του 1920. Αμέσως μετά οι πολυκατοικίες που γεννιούνται κατ’ αρχάς στο κέντρο της Αθήνας είναι περισσότερο έκφραση του εξευρωπαϊσμού και εξαστισμού της ελληνικής κοινωνίας. Ο ιδιοκτήτης της γης ταυτίζεται κατά κανόνα με εκείνον του κτιρίου, ενώ συνήθως ο αρχιτέκτονας είναι ικανός χειριστής της γλώσσας της μοντέρνας αρχιτεκτονικής.

Η τυπολογία του πολυώροφου κτιρίου ή συγκροτήματος για κατοίκηση μπορεί να έχει πολλές και διαφορετικές μορφές. Το γεγονός ότι στην Ελλάδα η λέξη «πολυκατοικία» παραπέμπει αυτομάτως σε ένα συγκεκριμένο είδος κτιρίου (όπως και οι λέξεις ακάλυπτος, φωταγωγός, λίβινγκ ρουμ, γκαρσονιέρα, ρετιρέ κ.λπ.) έχει να κάνει με μια κωδικοποιημένη μεταπολεμική εργολαβική παραγωγή. Η πολυκατοικία της αντιπαροχής υπήρξε αποτέλεσμα της ανέχειας, της ανάγκης και της σχεδόν παντελούς έλλειψης κρατικής στεγαστικής πολιτικής.

Η «εφεύρεση» ωστόσο της αντιπαροχής δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Παρατηρείται και σε άλλες χώρες, κατ’ αρχήν της ευρωπαϊκής Μεσογείου, με αντίστοιχα χαρακτηριστικά κοινωνικής αλληλεγγύης και ανταλλαγής στο εσωτερικό της. Η διαφορά βρίσκεται στο ότι στην Ελλάδα η παραγωγή της κατοικίας –και κατ’ επέκταση της πόλης– βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά σε αυτή την «ιδιωτική» διαδικασία. Μια άλλη διαφορά είναι ότι η ρύθμιση του χώρου και οι αστικές υποδομές είχαν αλλού προηγηθεί της κατασκευής των ακινήτων.

Η εξαιρετικά προσοδοφόρος βιομηχανία της κατοικίας στην Ελλάδα αποτέλεσε κεντρικό μοχλό ανάπτυξης στο πλαίσιο της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης. Τούτο δικαιολόγησε κάθε κρατική ανοχή. Οι διαφορετικοί πρωταγωνιστές της υπόθεσης, οι ιδιοκτήτες οικοπέδων, οι κατασκευαστές και οι μεσάζοντες εργολάβοι, ενήργησαν με αποκλειστικό κίνητρο τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Δεν πρόκειται για μια συλλογική σχεδιαστική δραστηριότητα, όπως έχει υποστηριχθεί, αλλά για την προσοδοφόρα τυποποιημένη υπερπαραγωγή αυτών που οι αρχιτέκτονες της εποχής αποκάλεσαν «εμποροσπιτάδες». Το φαινόμενο είναι άξιο μελέτης από ανθρωπολογική ή κοινωνική άποψη (αυτενέργεια-ιδιοκτησία-κοινωνική αναγνώριση), αλλά δεν παύει να αποτελεί μια διαδικασία παραγωγής κατοικίας κακής ποιότητας και ενός οικιστικού και αστικού περιβάλλοντος ενίοτε στα όρια της βιωσιμότητας.

* Ο κ. Ανδρέας Γιακουμακάτος είναι καθηγητής Αρχιτεκτονικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

Η ελληνική πολυκατοικία ως συνεκτική δύναμη-2
Φωτογραφία του Δημήτρη Κλεάνθη, στην περίφημη πολυκατοικία στη συμβολή Βασιλίσσης Σοφίας και Λαμψάκου (αρχιτέκτων: Γεώργιος Κοντολέων).

 

ΠΗΓΗ