Τσιμεντάδικα, χαλυβουργίες, εταιρείες αλουμινίου, παλεύουν καθημερινά για την επιβίωσή τους, η οποία πλέον αποτελεί πρόβλημα για πολύ ικανούς λύτες. Ειδικότερα στη χαλυβουργία τη φετινή χρονιά η αξία των εξαγωγών έχει υποχωρήσει στα 300 εκατ. ευρώ έναντι 550 εκατ. ευρώ το 2011, ενώ τα προηγούμενα χρόνια οι εξαγωγές είχαν προσεγγίσει το 1 δισ. ευρώ. Στον κλάδο τσιμέντου η εγχώρια ζήτηση έχει επιστρέψει στη δεκαετία του ’60, αφού θα αρκούσε μόνο το εργοστάσιο της ΑΓΕΤ Ηρακλής στον Βόλο για να καλύψει τη σημερινή ζήτηση στην Ελλάδα.

Η ζήτηση τσιμέντου στην Ελλάδα είναι σχεδόν μηδενική, μετά το πάγωμα της οικοδομής αλλά και του συνόλου σχεδόν των έργων του ΕΣΠΑ. Παράλληλα, το τσιμέντο είναι ένα δομικό υλικό με σχετικά μικρή αξία και μεγάλο κόστος μεταφοράς (ως προς την αξία του). Αυτό σημαίνει ότι οι εξαγωγές του δεν μπορούν να είναι ιδιαίτερα σημαντικές.

Επιπλέον, οι παραδοσιακές αγορές τσιμέντου της Ελλάδας, δηλαδή οι χώρες της Μέσης Ανατολής και της Β. Αφρικής, είτε βρίσκονται σε πολιτικό αναβρασμό και γκρεμίζουν αντί να χτίζουν είτε έχουν κατασκευάσει τα δικά τους εργοστάσια τσιμέντου και δεν χρειάζεται πια να εισάγουν. Σε συνέντευξη Τύπου που έγινε την Τετάρτη, η Ενωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας (που αντιπροσωπεύει 15 βιομηχανίες από τους κλάδους που προαναφέραμε), κατήγγειλε τη ΔΕΗ ότι οι τιμές που εξήγγειλε για τα βιομηχανικά τιμολόγια, όχι μόνο δεν ελαφρύνουν τις επιχειρήσεις, αλλά προκαλούνται μεσοσταθμικά νέες αυξήσεις. Είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις του κ. Απόστολου Δοντά, μέλους της κλωστοϋφαντουργίας Επίλεκτος, που τόνισε χαρακτηριστικά ότι «τα εργοστάσια της Επιλέκτου τα κρατούν ανοικτά οι εργαζόμενοι με θυσίες, μειώσεις μισθών και όχι οι τράπεζες και η κυβέρνηση» και δεσμεύτηκε ότι αν μειωθούν οι χρεώσεις στα τιμολόγια ρεύματος, ο όμιλος θα μπορέσει να προσλάβει εργαζομένους. Με βάση τα επίσημα στοιχεία της Ενωσης Χαλυβουργιών Ελλάδος, η συνολική παραγωγή του 2012 έπεσε στον 1,050 εκατ. τόνο από 1,610 εκατ. τόνους το 2011 (-34,8%) και 2,5 εκατ. τόνους το 2007 (-58%). Με την εγχώρια ζήτηση να βρίσκεται πλέον στις 365 χιλιάδες τόνους, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής των ελληνικών χαλυβουργείων κατευθύνθηκε προς το εξωτερικό. Από το ξεκίνημα του 2013 οι επιχειρήσεις της ελληνικής βιομηχανίας εφαρμόζουν δύο εναλλακτικές λύσεις, πριν φθάσουν στην επώδυνη απόφαση για μεταφορά της έδρας στο εξωτερικό. Ειδικότερα, σε πολλούς κλάδους, όπως στις εταιρείες διέλασης αλουμινίου, στη χαλυβουργία, στη συσκευασία χάρτου, στην κλωστοϋφαντουργία ή στα τσιμεντάδικα, όπου η καθίζηση των πωλήσεων είναι σημαντική και η ζήτηση έχει επιστρέψει στη δεκαετία του ’60, οι εταιρείες επιλέγουν τις «εξαγωγές ανάγκης» και τη λειτουργία των γραμμών παραγωγής μόνο σε μία βάρδια και στο νυχτερινό ωράριο για να μειωθεί το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Στην πραγματικότητα, με τις λεγόμενες «εξαγωγές ανάγκης», οι εταιρείες σχεδόν υποχρεώνονται να αυξάνουν τις εξαγωγές έστω και εάν καταγράφουν ζημίες στο τελικό τους αποτέλεσμα, μόνο και μόνο για να διατηρήσουν ένα επίπεδο πωλήσεων και κυρίως για να μην αφήσουν αναξιοποίητο δυναμικό της μονάδας. Θυμίζουμε ότι για ολόκληρο τον περασμένο Μάρτιο είχε ανασταλεί η παραγωγική λειτουργία της μονάδας της Sovel στον Αλμυρό Μαγνησίας, που είναι θυγατρική της Σιδενόρ.

Οι Ελληνες επιχειρηματίες εμφανίζονται νευρικοί και επιφυλακτικοί στις συζητήσεις τους αυτήν την περίοδο, επειδή θέλουν να δουν άμεσες κινήσεις για την αποκατάσταση της ρευστότητας, που είναι η βασική προτεραιότητα για την ελληνική οικονομία. Οι περισσότεροι λένε ότι «δεν μπορούμε να αντέξουμε όλο το 2013 εάν δεν ανοίξουν οι γραμμές πίστωσης».

Ηδη τέσσερις επιχειρήσεις από τις συνολικά 62, που υπάγονται στις βιομηχανίες μέσης τάσης ηλεκτρικού ρεύματος, ανέστειλαν τη λειτουργία τους το πρώτο εξάμηνο του 2013.

Ακριβή η ενέργεια

Τα εργοστάσια χάλυβα και τσιμέντου δουλεύουν πλέον μόνο βράδυ 12 - 8 τις καθημερινές, δηλαδή με μία βάρδια, όταν παλαιότερα δούλευαν όλο το 24ωρο με τέσσερις βάρδιες. Μόνο το Σαββατοκύριακο οι ηλεκτρικοί φούρνοι δουλεύουν σε 24ωρη βάση γιατί έχουν χαμηλότερο κόστος ενέργειας. Οπως είναι φυσικό, μετά τα παραπάνω οι εξαγωγές ήταν μονόδρομος. Οι εξαγωγές όμως διεύρυναν τις ζημίες των χαλυβουργιών και των τσιμεντοβιομηχανιών, αφού γίνονται σε τιμές ακόμη και κάτω του κόστους. Κι αυτό γιατί έχουν να αντιμετωπίσουν άλλες χώρες, ακόμη και εντός της Ε.Ε., με σημαντικά χαμηλότερα κόστη στην παραγωγή. Οι ελληνικές βιομηχανίες πληρώνουν 75 ευρώ τη μεγαβατώρα στη ΔΕΗ, όταν στη Γερμανία το κόστος είναι 49,70/MW και στη Γαλλία 42/ MW.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ